The Black Swan - Ο Μαύρος Κύκνος, του Darren Aronofsky.




Έχοντας την ιδιαίτερη τιμή να κρατώ στα χέρια μου μια πρόσκληση για την τελετή λήξης του 51ου φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (κι αυτό μόνο χάρη στην πολύτιμη βοήθεια ενός αληθινού κινηματογραφόφιλου, τον οποίο ευχαριστώ και μέσα από την κριτική αυτή για το δώρο που μου έκανε), διένυσα καμιά 300αριά χιλιόμετρα, μέσα από παγετούς και βουνά, για να δω το νέο πολυαναμενόμενο δημιούργημα του Darren Aronofsky, υπό τον τίτλο “Μαύρος Κύκνος” (“Black Swan”). Οι προσδοκίες ήταν ήδη αυξημένες, κι αυτό εξαιτίας του εξαίρετου παρελθόντος που κουβαλά ο εν λόγω σκηνοθέτης αλλά και λόγω του hype που είχε προκληθεί γύρω από την ταινία, η οποία απέσπασε διθυραμβικές κριτικές με το “καλημέρα”. Αφού έσβησαν τα φώτα του κινηματογράφου Ολύμπιον, η παγωνιά της πλατείας Αριστοτέλους, έμεινε μια και καλή έξω από την αίθουσα κι έδωσε τη θέση της σε μια εξελικτική διακύμανση συναισθημάτων που κράτησε την ένταση αμείωτη καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Κι αυτό διότι, πέρα από τις γνώσεις περί κινηματογράφου που διαθέτει ο καθένας ή όχι, η μεγαλύτερη επιτυχία (σε κάθε μορφή τέχνης άλλωστε ισχύει αυτό) είναι το έργο να σού μιλά άμεσα, χωρίς δήθεν επιδείξεις των “ψαγμένων” ικανοτήτων του σκηνοθέτη και των λοιπών δημιουργών του. Κι ανέκαθεν, αυτό ήταν το ισχυρό χαρτί του Aronofsky. Να συγκινεί τα πλήθη, να τραβά τα συναισθήματα στον πάτο τους και να τα σηκώνει ξανά ψηλά, σαν να βουτάς πολλές φορές στα βάθη των ενδοσκοπήσεών σου, και να αναδύεσαι καθαρός, ως γνήσιο παιδί της κάθαρσης. Ειδικά τούτο το πετυχαίνει ο συγκεκριμένος με το νεανικό κοινό, μιας κι οι ταινίες του μέχρι τώρα βρύθουν από νεολαιίστικα vibes, εξιστορώντας τη ζωή με μια εφηβική ματιά τις περισσότερες φορές, αφού οι εικόνες που δημιουργεί χρωματίζονται από ακραίες συναισθηματικές εξάρσεις, κάνοντας κύκλους που ξεκινούν από το ρομαντισμό, περνούν από τη νοσταλγική διάθεση, υποκρύπτουν επαναστατικό πνεύμα αλλά πάντοντε γνέφουν πονηρά προς τα τοπία της θλίψης, των εσωτερικών πτώσεων, της επίπονης ήττας των αγνών ονείρων που κουβαλά ο καθένας μας, είδικα στα νιάτα του. Το αυτό επιβεβαιώθηκε και σε αυτήν την ταινία, που τολμώ να πω ότι συγκέντρωσε στοιχεία από όλες τις προηγούμενες δουλειές του. Είχε πάλι τη γλυκόπικρη αύρα του Requiem for A dream μαζί με τη μοναχική πορεία προς την ματαιόδοξη ευτυχία του Wrestler. Είδαμε πάλι την ανάγκη για εσωτερική ανάταση του The Fountain αλλά και το περιπαικτικό, σχεδόν ειρωνικό μάτι του Pi. Το μίγμα λοιπόν φαντάζει εκρηκτικό και είναι τέτοιο. Με οδηγό την αποστομωτική Natalie Portman (η ώρα του Oscar έφτασε), η ταινία μάς παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί σε έναν ατέρμονο χορό συναισθημάτων, όπως άλλωστε είναι και το βασικό concept της όλης σύλληψης, το μπαλέτο. Πάντοτε απέδιδε η πρακτική τού να πετάς μελανά χρώματα σε “αθώες” δραστηριότηρες του ανθρώπου, προκαλώντας ενδιαφέρουσες αντιθέσεις. Η γλυκιά, λεπτεπίλεπτη μπαλαρίνα, χαμένη μέσα στη δίνη της ανάγκης της για διαρκή τελειότητα, χάνει τον έλεγχο και θυσιάζει κάθε εκδοχή του εαυτού της στον ένα και μοναδικό της σκοπό. Της απόλυτης επιτυχίας και καταξίωσης, που τελικά ταυτίζεται με την ίδια την αίσθηση ευτυχίας των ανθρώπων: άφταστη κι άρα ανύπαρκτη. Η πορεία της κεντρικής ηρωίδας προς τη δήθεν αποθέωση είναι σχεδόν σπαρακτική. Το παιγνίδι με την έννοια του υπαρκτού και του φαντασιακού είναι ένας ευφυής τρόπος για να πειστούμε και πάλι για τις ιδιαιτερότητες του ανθρώπινου ψυχισμού, αναπαριστώντας τη διαδρομή εκείνη που θαρρείς πως οδηγεί στην τελειοποίησή σου μέσα από την αυτοκαταστροφή. Η ταινία μεταφέρει με χαρακτηριστική άνεση την αγωνία αυτή στο θεατή, με το τέλος να σε λυτρώνει από αυτή τη διαρκή πάλη ανάμεσα στο λευκό και μαύρο κομμάτι του εαυτού μας, που όλοι κουβαλάμε. Το παιδικό παραμύθι εδώ μετατρέπεται σε ώριμο εφιάλτη, εντός του οποίου ξεδιπλώνονται χωρίς περικοπές οι ηθικοπλαστικές ενοχές των ανθρώπων, η σαρωτική επικράτηση του εγώ πάνω από το εγώ μας. Το απόλυτο δόσιμο στην αλλοτρίωσή μας, καθώς μπαίνουμε κατά κυριολεξία στο πετσί των ρόλων που η κοινωνία μάς έχει φορέσει, σαν κοστούμι και μακιγιάζ χορευτικής παράστασης. Στην πίστα αυτή, που κατ' ουσίαν περιγράφει τη ζωή μας, ο θεατής θα βιώσει την τέλεια απορρόφηση των ανθρωπίνων αναγκών, των σωματικών και ψυχικών συγκρούσεων με τα πραγματοποιήσιμα και μη όνειρα όλων μας. Η ταινία σε παρασύρει εντονότερα εφόσον αφεθείς στο σαγηνευτικό χορό της Portman, που νιώθεις να σε ξεσκίζει με το βαμβάκι. Για όλα αυτά, τούτο το ψυχολογικό θρίλλερ μέσα από τη δίνη της έξαψης, της σεξουαλικότητας, της φθοράς και των πόνων επί ματαίω, θα ανταμοίψει του λάτρεις όχι μόνο του καλού cinema, αλλά του κάθε ποιοτικού ανθρωπίνου δημιουργήματος.

Νιώστε το.

9.5/10

Anathema - We're Here Because We're Here



Ορισμένες στιγμές στη ζωή σου έρχονται να συμπυκνωθούν πολλά μαζί βιώματα ή με αφορμή ένα γεγονός γίνονται οι ίδιες οι στιγμές βίωμά σου. Για παράδειγμα, η αίσθηση που σού αφήνει η αποχώρηση του καλοκαιριού, όταν οι πρώτες μπλάβες μέρες του Σεπτέμβρη σ' αγκαλιάζουν, οι φίλοι σε χαιρετούν απ' το πλοίο που φεύγει κι εσύ επιστρέφεις μόνος πίσω. Ή πάλι, η διαυγής ματιά που έχεις όταν τα κλάματά σου στεγνώσουν, ύστερα από την κηδεία ενός αγαπημένου σου προσώπου. Είναι τότε που ο πόνος, κατά ένα περίεργο τρόπο, συγκρούεται με τη διάθεση για αισιοδοξία, ως άμυνά σου, ως προσπάθεια για να προχωρήσεις μπροστά. Κάπως έτσι είναι και το νέο κομψοτέχνημα συναισθημάτων των Anathema μας. Λες και κουβαλά την ελπίδα εκείνη που ναι μεν ξεπροβάλλει, αλλά την ίδια ώρα αναδύεται τραυματισμένη από μια προηγούμενη επίπονη εμπειρία. Τα 10 τραγούδια του δίσκου με τον εμφανώς υπαρξιακό τίτλο "We're here because we're here", έρχονται σαν το περίγραμμα της ψυχολογικής διακύμανσης που όλοι λίγο ως πολύ έχουμε νιώσει στο πέρασμα της ζωής μας. Αυτή η μελαγχολία όχι των γκρίζων αλλά των γαλανών χρωμάτων, αυτή που σε κάνει να κλάψεις και να χαμογελάσεις ταυτόχρονα, θέλοντας να δηλώσεις ακόμα "παρών", διαποτίζει τον δίσκο από την αρχή ως το τέλος. Συνθετικά, αποτελεί ίσως το πιο ειλικρινές, αυθεντικό, πηγαίο βήμα της μπάντας, και κυρίως σε μια περίοδο της καριέρας τους που δεν έχουν ν' αποδείξουν τίποτα. Στην ουσία των τραγουδιών, διακρίνεις τους ίδιους μουσικούς, τους ίδιους ανθρώπους που μάς χάρισαν αριστουργήματα, κοντά 20 χρόνια τώρα. Τούς βλέπεις εκεί, στο "Dreaming Light", στο "Everything", αλλά και οπωσδήποτε στα "Universal" και "Summer Night Horizon". Σε σημεία, αντιλαμβάνεται κανείς τον εσωτερικό διάλογο της μπάντας με τα μέχρι τώρα δημιουργήματά της. Όπως στο Eternity έλεγαν "do you think we're for ever?", τώρα απαντούν "life is eternal". Και από το "somehow I knew you would leave me this way" αναρωτιούνται ακόμα "mother can you hear me?"Αν αξιολογήσει κανείς τον δίσκο αυτό με μουσικά στερεότυπα και με σκοπό να τον χαρακτηρίσει προτού τον αφήσει να εισβάλει μέσα του, τότε απλά είναι σαν να θεωρεί πώς γνωρίζει μια χώρα, χωρίς να την επισκέφτηκε ποτέ του. Και ειδικότερα, όταν αυτός ο δίσκος είναι τόσο προσαρμόσιμος στα υποκειμενικά βιώματα του καθενός και με τόσο διαφορετικό κάθε φορά τρόπο. Εξάλλου, αυτή η μπάντα πάντα εξελισσόταν, μεταμορφωνόταν, μιας και σ' αυτό τάχθηκε από την αρχή, να αμφισβητεί δηλαδή τα δικά της όρια αλλά και των ακροατών της. Και σαν από σύμπτωση, ήρθε σε μιαν Άνοιξη φορτισμένη, γεμάτη αφορμές για να δούμε αλλιώς τη ζωή μας. Suddenly...life has a new meaning...

10/10

Κόρε. Ύδρο. – «Όλη η αλήθεια για τα παιδιά του ’78».



Το νησί της Κέρκυρας, εκτός από ψάρια και Υπουργούς, βγάζει ανά καιρούς και σπουδαίες προσωπικότητες. Είτε ατομικά, είτε με τη μορφή συνόλου, όπως είναι ένα μουσικό συγκρότημα. Οι Κόρε. Ύδρο. μάς κάνουν την τιμή να είναι Κερκυραίοι και αυτό γιατί τα δημιουργήματά τους είναι πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα στην τέχνη. Αισθάνθηκα τουλάχιστον ενοχές όταν άκουσα τους ήχους τους να σμιλεύουν τόσο πετυχημένα την ψυχική μου διάσταση, αφού δυστυχώς πριν δεν είχα ακούσει το παραμικρό για αυτούς! Η μπάντα αριθμεί ήδη 15 και πλέον χρόνια ζωής και έπεσαν στην αντίληψή μου μέσω της δισκοκριτικής αθηναϊκού περιοδικού που ήταν τουλάχιστον αποθεωτική. Τί να πρωτοπεί κανείς και τί να πρωτογράψει για ένα μουσικό σύνολο που ήδη υποκλίνεται εμπρός του όλη η μουσική κοινότητα. Στο συγκεκριμένο δίσκο με τον τίτλο «Όλη η αλήθεια για τα παιδιά του ’78» αντικρίζουμε το ηχητικό αμάλγαμα της νεώτερης, μεταπολιτευτικής Ελλάδος. Ναι, τα ηχοχρώματα, οι στίχοι, η ατμόσφαιρα, οι εικόνες περιγράφουν με ευφυέστατη και ειρωνικά χιουμοριστική διάθεση την άνοδο και την πτώση, τις υποσχέσεις και τα ξεβρακώματα, τα νέα ήθη και τον ξεπεσμό. Όχι, ο δίσκος δεν ηχεί καταθλιπτικά, αλλά αναδεικνύει τη γαλάζια, νοσταλγική διάθεση της χαμένης παιδικής αθωότητας. Σαν το καθρέφτη εντός του οποίου σαλεύουν τα οράματα μιας γενιάς που τώρα δακρύζει στην διαπίστωση των πληγών της. Οι συνθέσεις είναι τόσο πολυεπίπεδες όσο και ετερόκλιτες ως προς τις επιρροές τους που θα συναντήσει κανείς αναφορές που ξεκινούν από την κλασσική μουσική, καθώς φιλτράρονται από τη rock, περνούν στην jazz, με ενορχήστρωση σε ρυθμούς ψυχεδέλειας των ‘70s! Και για κερασάκι στην τούρτα, θα πιάσετε τον εαυτό σας πολλές φορές να νιώθετε ότι ακούτε Χατζηδάκι, Χατζηνάσιο, Κελαηδόνη, ακόμα και Κώστα Καράλη! Την ίδια στιγμή, οι παραπομπές στον ατμοσφαιρικό ήχο τονίζουν συνεχώς τη rock ουσία του δίσκου, αφού όλο αυτό το όργιο επιρροών παρακολουθούν κρυφά μπάντες όπως οι Radiohead, Anathema, Portishead, Katatonia, Porcupine Tree κ.ά. Εξόχως λυρικοί, οι Κόρε. Ύδρο. ξεδιπλώνουν εντέχνως δια της ποίησής τους τα κακώς κείμενα των ανθρωπίνων σχέσεων στη σύγχρονη Ελλάδα, με σαφή πολιτικά υπονοούμενα, επικρίνοντας το κράτος που αστυφιλικά ξέχασε τα αυτονόητα, όπως την απλή, αυθεντική ανθρώπινη επαφή, με αποτέλεσμα την απογείωση του εγωκεντρισμού, του άρτου και των θεαμάτων, της επιφάνειας, της μπούρδας. Οι στίχοι τους γνέφουν διακριτικά προς τις καρυωτακικές περιγραφές της ελληνικής εγκαταλελειμμένης περιφέρειας («ούτε για τους ελάσσονες της επαρχίας»), προξενώντας μια γλυκόπικρη αίσθηση απογοήτευσης και ανατριχίλας στο συνολικό άκουσμα των τραγουδιών τους. Αν ψάχνετε για κάτι ουσιωδώς πρωτότυπο και καινοτόμο, από μουσικούς με την πλήρη έννοια του όρου, αγοράστε χωρίς καθυστέρηση το δίσκο. Μετά αφεθείτε σε ένα ατέλειωτο ταξίδι συναισθημάτων και θαυμάστε αυτά τα παιδιά που -τουλάχιστον- η Κέρκυρα πρέπει να αναδείξει επιτέλους!

Καθρέφτης.


Η υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου. Το μεγάλο σκάνδαλο των υποκλοπών. Το παραδικαστικό κύκλωμα. Η υπόθεση Βαβύλη. Η διαφθορά στους κύκλους της Εκκλησίας. Τα συμπτώματα doping. Οι μίζες των ολυμπιακών έργων. Οι επιταγές δωράκι με τα γλυκά στον Υπουργό. Όλα αυτά τα φαινόμενα κατά ένα περίεργο τρόπο θυμίζουν κρίκους σε μια αλυσίδα που δεν προέκυψε δα από παρθενογένεση.

Όλες οι παραπάνω περιπτώσεις εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά. Έμειναν στο σκοτάδι μέχρι ν’ αναδειχθούν κυρίως με πρωτοβουλία των Μ.Μ.Ε. Είχαν το στοιχείο του παρασκηνίου, έλαβαν χώρα, όπως κοινώς λέγεται, «κάτω από το τραπέζι», ενώ σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις ταρακουνήθηκαν ακόμα και οι παρυφές της εξουσίας αυτού του τόπου. Και η κυριότερη όλων ομοιότητα: όλοι μας αντιδράσαμε λες και βρεθήκαμε μπροστά στην ανακάλυψη της Ακρόπολης.

Λέγεται πολλές φορές ότι η εξουσία είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας. Ότι δεν είναι δυνατό να’ ναι όλο το σύστημα σωστό και μονάχα η εκάστοτε κυβέρνηση η σάπια. Λένε ότι ειδικά στο δικό μας αντιπροσωπευτικό πολίτευμα η κοινωνία συνέχεται με τους άρχοντές της, αποτελεί το αντίκρισμά τους, σαν το είδωλό μας στον καθρέφτη.

Κάπως έτσι μπορεί να παραλληλίσει κανείς τα όσα συμβαίνουν τελευταία. Με το καθρέφτισμά μας. Μην απορήσει κανείς, φρονώντας πως μια τέτοια διαπίστωση είναι τάχα υπερβολική, αδικώντας τη μοντέρνα και δημοκρατική Ελλάδα. Απλά εντός της πολιτείας αυτής και δη της δημοκρατικής, θέλουμε δεν θέλουμε, υπεράνω όλων είναι ο λαός. Και στα σπουδαία και στα σφαλερά. Η περίφημη «αυτοκάθαρση» ουσιαστικά τούτο υποδηλώνει: την ευθύνη του καθενός από εμάς ξεχωριστά για την τέλεση όλων αυτών των φαινομένων. Όσο γρηγορότερα το παραδεχτούμε, τόσο το καλύτερο.

Κέρκυρα και UNESCO


Σίγουρα η ένταξη της παλαιάς πόλης της Κέρκυρας στα μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO αποτελεί μια μεγάλη επιτυχία, ύστερα από πολλά χρόνια “άπνιας” σε τούτο το νησί. Πέρα από μοχλό διεκδίκησης κονδυλίων, το γεγονός αυτό συνιστά ένα πολύτιμο εργαλείο αξιοποίησης των πολλών (και όχι μόνο φυσικών) προσόντων που διαθέτει αυτός ο τόπος. Αρκεί όμως αυτό;

Το ζήτημα εκκινείται για μια ακόμη φορά από τη συμπεριφορά ημών των ιδίων απέναντι στην πόλη μας, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι ο πολίτης είναι αυτός που έχει τη δύναμη της αλλαγής, πάνω από κόμματα και θεσμούς, που κανονικά θα πρέπει να δρουν για να ακολουθούν τις επιθυμίες και ανάγκες του πρώτου και όχι το αντίστροφο. Εξάλλου η Δημοκρατία πηγάζει ΑΠΟ το λαό και όχι από τις όποιες πολιτικές δυνάμεις τον εκπροσωπούν.

Διότι, η παραπάνω επιτυχία δεν θα έχει καμιά πρακτική αξία, αν εμείς οι ίδιοι δεν δείξουμε τη συμπεριφορά που αρμόζει απέναντι σε ένα μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομίας. Για παράδειγμα, τα θλιβερά πρόσφατα περιστατικά με τους σωρούς των σκουπιδιών κατά μήκος όλης της πόλης ή με τα προϊόντα των τουριστικών καταστημάτων, που έγιναν αφορμή για να επέμβει η Δημοτική Αστυνομία προκειμένου να μην καλύπτουν το δρόμο των πεζών, δείχνουν ότι η ευθύνη για μια καλύτερη πόλη ανήκει πρώτα στον καθένα μας.

Και, αν θέλετε, η όλη στάση μας ξεφεύγει από τα στενά όρια της παλαιάς πόλης και επεκτείνεται σταδιακά σε όλο το νησί. Γιατί, αν ο επισκέπτης βγει για λίγο παραέξω και γίνει αποδέκτης τουριστικών υπηρεσιών αμφιβόλου επιπέδου, πάλι το ίδιο το μνημείο θα βγει χαμένο, αφού ο συγκεκριμένος τουρίστας δεν θα θελήσει να επιστρέψει ξανά στην Κέρκυρα.

Η ένταξη στην UNESCO δεν είναι το τέλος μιας πορείας, αλλά αντιθέτως η αρχή για μια νέα νοοτροπία, που θα καταδεικνύει ότι πρώτα απ' όλους, εμείς οι ίδιοι σεβόμαστε και αγαπάμε αυτήν την πόλη.

Διάφανα Κρίνα - "Κι η αγάπη πάλι θα καλεί"


Πάει καιρός από τότε που η λεγόμενη "σκηνή του ελληνικού ροκ" έδωσε κάτι αξιόλογο. Είναι γενικότερα γνωστό ότι το εν λόγω "κίνημα" έχει προ πολλού πέσει σε αργία για τουλάχιστον μια δεκαετία, με κάποιες ελάχιστες, μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού, εξαιρέσεις. Μια από αυτές είναι τα Διάφανα Κρίνα. Από το όνομά τους ακόμα, διαπιστώνει κανείς την ιδιαιτερότητα αυτού του συγκροτήματος. Η αντίληψη που κουβαλάει αυτή η μπάντα για τη μουσική, η αισθητική που μεταφέρει στα ηχοχρώματά της, ο λυρισμός που αποτυπώνει σε όλα της τα δημιουργήματα, απέχει πάρα πολύ από την πεζή μουσική ελληνική πραγματικότητα. Αξιολογώντας τους συνολικά, δεν τους κατατάσσεις στο ελληνικό ροκ. Είναι πέρα και κυρίως πάνω από αυτό αλλά και από οποιαδήποτε άλλη περιοριστική ταμπέλα. Έτσι και ο νέος του δίσκος, με τον τίτλο "Κι η αγάπη πάλι θα καλεί". Δίσκος γεμάτος μελωδικότητα αλλά και ατόφια, διαυγή ειλικρίνεια. Οι τύποι αυτοί, βγάζουνε με ένα πολύ ξεχωριστό τρόπο μερικές από τις πιο εμπνευσμένες τους συνθέσεις, ποτισμένες όλες με άφθονη, αργόσυρτη μελαγχολία που συναντά τον χαμένο ρομαντισμό μιας εποχής βουτηγμένης στη διόγκωση του υποκριτικού "εγώ". Μέσα στα τραγούδια του δίσκου συναντά κανείς μια υπέροχη σκιαγράφηση του σύγχρονου, δήθεν πολιτισμένου κόσμου, που έχει ποδοπατήσει αδιάφορα τα περισσότερα των λεπτών, ανθρώπινων συναισθημάτων. Στην πρώτη ακρόαση -και ιδίως στην πρώτη γνωριμία με το συγκρότημα αυτό- πιθανόν κάποιος να εξάγει το αβίαστο συμπέρασμα ότι είναι μερικοί μίζεροι τύποι που κάνουν τα προβλήματά τους τραγούδι. Τίποτε δεν είναι αναληθέστερο από αυτό. Τα Διάφανα Κρίνα, μέσω της μουσικής τους, αναδεικνύονται σε ποιητές, σε καθρέφτισμα των γκρίζων καιρών που ζούμε, προσπαθώντας να δώσουν χρώμα σκέψης και προβληματισμού. Εν τέλει, καταφέρνουν, με ένα "βαρύ" μουσικό προϊόν, να περάσουν το μήνυμα, μολονότι δεν θα το αντέξουν τα στομάχια της εύπεπτης και εφήμερης κατανάλωσης. Η μπάντα αυτή είναι μια όαση στο εξαντλημένο τοπίο της έμπνευσης και της αυθεντικότητας. Με καθαρά μουσικούς όρους, όπως προείπα, το αποτέλεσμα είναι "βαρύ", δηλαδή heavy. Βαρειές, αργόσυρτες κιθάρες, με μελωδίες που ταξιδεύουν επηρεασμένες από Pink Floyd μέχρι Katatonia και Anathema της νεότερης εποχής τους. Καμία απολύτως παραπομπή δεν μπορεί να γίνει σε άλλα ελληνικά σχήματα (λ.χ. Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά κ.α.) απλούστατα διότι τα Διάφανα Κρίνα είναι απολύτως μοναδικά σε αυτό που κάνουν. Μια αληθινά ξεχωριστή μουσική πρόταση, ειδικά για το χειμωνιάτικο σκηνικό της εποχής, με άφθονο κόκκινο κρασί, και με πολύ εσωτερική αναζήτηση για ιδανική παρέα. Ειλικρινά, αγοράστε το cd, με την πολύ προσεγμένη συσκευασία και μην το κατεβάσετε έστω για προακρόαση. Αξίζει μέχρι και το τελευταίο cent σας.

9.5/10

Αναγνώσεις